ΣΥΝΟΨΗ                                                                                                                                                                          Μπέλφαστ, 1969. Ο Buddy (Jude Hill) ζει με τη μητέρα του (Caitriona Balfe) και τον μεγαλύτερο αδερφό του Will (Lewis McAskie)σε μια γειτονιά που κατοικείται από Προτεστάντες και Καθολικούς. Είναι γείτονες, φίλοι, συμμαθητές, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που θα ήθελαν να είναι ορκισμένοι εχθροί και ρίχνουν κυριολεκτικά λάδι στη φωτιά, ξεσηκώνοντας θρησκευτικές συγκρούσεις, καταστρέφοντας  την ειρήνη της κοινότητας. Η προτεσταντική οικογένεια του Buddy κρατιέται μακριά από προβλήματα, δεν υποκύπτει στο δέλεαρ του φανατισμού και περιμένει με ανυπομονησία τη δεκαπενθήμερη επιστροφή του πατέρα του (Jamie Dornan) από το Λονδίνο, όπου εργάζεται ως μαραγκός. Η μετανάστευση είναι πειρασμός, αλλά πώς να αφήσεις το αγαπημένο Μπέλφαστ, τους παππούδες(Ciarán Hinds ,Judi Dench ) με τις πολύτιμες συμβουλές τους για τη ζωή και την αγάπη και κυρίως την ξανθιά Catherine (Olive Tennant) του πρώτου θρανίου;

ΑΝΑΛΥΣΗ
Ο Keneth Branagh προσπάθησε στην δεκαετία του 90 να αυτοχρηστεί διάδοχος του Orson Welles με προφανείς αναλογίες τον δισυπόστατο ρόλο τους μπροστά και πίσω από την κάμερα και την έλξη τους για τα Σαιξπηρικά έργα. Φυσικά κάθε τέτοια σύγκριση αποτελεί ιεροσυλία καθώς ο «ογκόλιθος» του σινεμά άλλαξε την ιστορία και την αισθητική της 7ης τέχνης ενώ ο Branagh υπολείπεται σε καλλιτεχνική πρωτοπορία και έχει σκηνοθετήσει ένα ευρύ φάσμα ταινιών που εκτείνεται από τον Σαίξπηρ ,μέχρι τον… «Τhor».

Η πιο εύφορη περιοχή της φιλμογραφίας του Branagh είναι οι Σαιξπηρικές ταινίες [ «Ερρίκος ο 5ος»(1992) , «Πολύ κακό για το τίποτα» (1993) , Άμλετ(1996), «Αγάπης Αγώνας Άγονος»(2000) ,«Όπως σας αρέσει»(2006) ]. Όντας πολυσχιδής και πολυσυλλεκτικός καταπιάστηκε και με άλλα ετερόκλητα είδη:το θρίλερ ‘’Dead again” (1991) την κομεντί “Peter’s friends’’ (1992) ,την εκδοχή του για τον ‘’Frankestein’’ (1994) την ρομαντική κωμωδία “In the Bleak Midwinter”(1995) την κινηματογραφική όπερα «Μαγικό αυλό» (2006) του Μότσαρτ ,την δική του εκδοχή για το «Sleuth»του Schaffer (2007), την υπερηρωική περιπέτεια “Τhor” (2011) και το μυστήριο δολοφονίας «Murder on the Orient Express» (2017).

Η νέα ταινία του Branagh, ‘’Belfast”, είναι ημι-αυτοβιογραφική και θυμίζει σε κάποιο βαθμό το «Hope and Glory»(1987)του John Boorman. Στην εμπνευσμένη ‘’mise en scene‘’ της εισαγωγής παρακολουθούμε μια έγχρωμη περιήγηση στη σημερινή πόλη, αλλά γρήγορα η κάμερα πηδά πάνω από έναν τοίχο και εισέρχεται στο ασπρόμαυρο παρελθόν του 1969. Σε μια εργατική γειτονιά τα παιδιά παίζουν στους δρόμους. Ανάμεσα τους και ο 9χρονος Buddy που βλέπει έναν όχλο φανατικών προτεσταντών να επιχειρούν να πυρπολήσουν τα σπίτια των καθολικών. Ο Buddy στέκεται παγωμένος, κρατώντας ένα καπάκι του κάδου σκουπιδιών ως αυτοσχέδια ασπίδα. Η σκηνή είναι τεταμένη και πειστικά σκηνοθετημένη, αλλά είναι αξιοσημείωτη κυρίως επειδή αποτυπώνει αυθεντικά την πρωτεϊκή εμπειρία ενός νεαρού αγοριού,με τη κανονικότητα του να γκρεμίζεται από  ασύμμετρη εισβολή βίας. Η οπτική γωνία του Buddy είναι το φίλτρο από το οποίο  Branagh επιλέγει να παρουσιάσει τη εμφύλια σύγκρουση  αφαιρώντας μεγάλο μέρος της πολιτικής διάστασης της. Για το αγόρι, όλα έχουν να κάνουν με τη  μισαλλοδοξία και τις θρησκευτικές διαφορές μεταξύ των Καθολικών (που έχουν την εξομολόγηση) και των Προτεσταντών (που έχουν κήρυκες με πύρινη ρητορική).

Belfast - Rotten Tomatoes

Το «Belfast» προσφέρει μια σειρά από βινιέτες , φορτωμένες με νοσταλγία και κάποια θλίψη, αλλά υπάρχει και η χαρά που ξεχειλίζει και η παιδική αθωότητα που έρχεται σε αντίθεση με τη βία που κρέμεται πάνω από τη γειτονιά και την πόλη. Αν και η ζοφερή εποχή του ” The Troubles” είναι αδύνατο να αγνοηθεί  , ο Branagh επικεντρώνεται στην οικογένεια, την κοινότητα , στις εντυπώσεις του παιδιού που ο ίδιος υπήρξε και στα «μικρά πράγματα» που αποτέλεσαν τα δομικά στοιχεία του ποιος θα γινόταν.

Ο Buddy καταλαβαίνει το θρησκευτικό μίσος  μέσα στη κοινότητα αλλά παράλληλα εισπράττει πολλή αγάπη μέσα στην οικογένεια του. Ταυτόχρονα αγαπά ένα ντόπιο κορίτσι και βρίσκει το θάρρος να ενεργήσει σύμφωνα με τα συναισθήματά του αφού πάρει οδηγίες  από τον παππού του, υπό τα άγρυπνα βλέμματα και σκωπτικά σχόλια  της γιαγιάς.  Υπάρχει μια πολύ συγκινητική σκηνή, με ένα στατικό κάδρο εκπληκτικής γεωμετρίας, στην οποία ο παππούς αναπολεί την πρώτη φορά που είδε τη γιαγιά και πώς η αυτή η μαγική έλξη δεν έχει φύγει ποτέ λέγοντας με  μελαγχολία: «Έχεις άσπρα μαλλιά κι ο κόσμος νομίζει ότι ποτέ δεν σκίρτησε η καρδιά σου».

Σε μια ακόμη  τρυφερή και συναρπαστική σεκάνς το νεαρό αγόρι κοιτάζει με θαυμασμό τον πατέρα του να τραγουδά με απαράμιλλο στυλ το «Everlasting Love» ( των ‘’Love Affair’’) και την μητέρα του να χορεύει με τη χάρη  σταρ του σινεμά . Μόλις προηγήθηκε μια οικογενειακή κηδεία, αλλά η μετάβαση από τη θλίψη στην ανακούφιση είναι ευεργετική με τον μαγεμένο Buddy να θαμπώνεται από τη αναζωπυρωμένη λάμψη της στοργής μεταξύ των γονιών του .

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Χάρη Ζαμπαρλούκου είναι ένα αυτόνομο έργο τέχνης .Οι λήψεις από χαμηλές γωνίες και η συχνή χρήση ευρυγώνιου φακού  εντείνουν την αίσθηση φόβου και άγχους. O Branagh εισάγει νότες χρώματος για να υποδηλώσει στιγμές όπου ο νεαρός Buddy αισθάνεται ότι εμπνέεται από την τέχνη. Για παράδειγμα, όταν ο Buddy βλέπει το ‘’A Christmas Carol’’ στη θεατρική σκηνή ή το «Chitty Chitty Bang Bang» (1968) στον κινηματογράφο, ξεσπούν έγχρωμες εικόνες , φωτίζοντας το πρόσωπο του Buddy.Τα τραγούδια του Ιρλανδού Van Morrison όχι μόνο δίνουν ζωή στους δρόμους του Μπέλφαστ αλλά προσδίδουν επίσης ασυνήθιστη ζωντάνια στις σκηνές της ταινίας.Όσο για το καστ είναι άριστο με τις Caitriona Balfe και Judi Dench να ξεχωρίζουν.

Το «Befast» είναι ένα τρυφερό κινηματογραφικό άλπουμ αναμνήσεων , με τον Branagh να δημιουργεί  έναν ειλικρινή φόρο τιμής στην πόλη που τον μεγάλωσε, στο σθένος των ανθρώπων της, στο ιδιότυπο χιούμορ τους, στο ασίγαστο κέφι και στην ακατάβλητη ένταση τους.  Δεν είναι μια τέλεια ταινία αλλά οι όποιες αδυναμίες  της δεν είναι ικανές να  διαλύσουν τη γοητεία που υφαίνει ο Branagh αγγίζοντας τη καρδιά του θεατή με τη νοσταλγία για το ταπεινό περιβάλλον από το οποίο αναδείχθηκε ένας σπουδαίος καλλιτέχνης .’Αλλωστε η βασική πρόθεση του αποκαλύπεται στην τελική αφιέρωση: ‘‘Γι’ αυτούς που έμειναν…Γι’ αυτούς που έφυγαν…Και για όλους όσους χάθηκαν”.