ΣΥΝΟΨΗ
Στην υπό δικτατορία Αργεντινή του 1980, ο Yvan de Wiel ( Fabrizio Rongione ) Ελβετός τραπεζίτης τρίτης γενιάς -κομψός, διακριτικός, άριστος ομιλητής των ισπανικών, αγγλικών και γαλλικών –πραγματοποιεί μια επείγουσα επίσκεψη για να καθησυχάσει τους πάμπλουτους πελάτες του που έχουν θορυβηθεί από την εξαφάνιση του συνεταίρου του, Réné Keys. Τον συνοδεύει η υπέρκομψη σύζυγός του, Ines ( Stephanie Cléau ), η οποία τον εφοδιάζει με κοινωνικές στρατηγικές και τον βοηθά να ντύνεται καλά ,αλλά όχι τόσο καλά ώστε να ξεπερνά τους πελάτες του. Ο de Wiel ακολουθεί την πορεία του Keys προς την καρδιά του καθεστώτος της Αργεντινής και τον μυστηριώδη πελάτη με το όνομα «Lazaro». Κινούμενος με ψυχρή μεθοδικότητα σε μεγαλοαστικά γραφεία, σαλόνια, πισίνες και κήπους , συλλέγει αντικρουόμενες απόψεις για τον γενναιόδωρο και πληθωρικό Keys. Ωστόσο παρά τις διαφορετικές μεθόδους τους, φαίνεται ότι και οι δυο είναι συνεργοί σε μια μορφή διακριτικού αλλά αδίστακτου αποικισμού…

ΑΝΑΛΥΣΗ
Στο εντυπωσιακό σκηνοθετικό του ντεμπούτο , «Azor» ο Ελβετός Andreas Fontana, αγκιστρώνει την ιστορία του σε  συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Είναι η Αργεντινή του 1980 , 4 χρόνια μετά το πραξικόπημα  του 1976 , όταν ο στρατός του δικτάτορα Videla ανέτρεψε την κυβέρνηση της προέδρου Isabel Martínez de Perón. Είναι η περίοδος της «Διαδικασίας Εθνικής Αναδιοργάνωσης» που έστειλε στο θάνατο χιλιάδες σοσιαλιστές, αντιφρονούντες και μεταρρυθμιστές.

Στην εισαγωγή της ταινίας ο Keys στέκεται με κοστούμι και γραβάτα μπροστά σε ένα επίπεδο φόντο ζούγκλας. Καθώς η κάμερα τον καταγράφει , το λαμπερό χαμόγελο του σταδιακά δίνει τη θέση του σε μια ανεξήγητη ταραχή θυμίζοντας άνθρωπο που αναζητά απεγνωσμένα διαφυγή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, αυτή η αναταραχή κατακλύζει ολόκληρη την ταινία. Διαμορφώνει κάθε χειρονομία, βλέμμα και σχόλιο, μετατρέποντας ένα φαινομενικά συνηθισμένο επαγγελματικό ταξίδι σε ένα μυστήριο που ξεκλειδώνεται μόνο μέσω του Keys.

In Andreas Fontana's Azor, a sinister look at the culture of silence that lets evil thrive - Hindustan Times

Η αφήγηση είναι χωρισμένη σε πέντε κεφάλαια που ξεκινούν με την “Περιοδεία καμήλας’’. Ο Yvan να έρχεται σε επαφή με τους ολιγάρχες προσπαθώντας να επιβεβαιώσει ότι εξακολουθούν να θέλουν τις διακριτικές υπηρεσίες  της τράπεζας του. Αυτές οι συναντήσεις  τον εισάγουν σε έναν κύκλο ατόμων με πανίσχυρη εξουσία , τους οποίους ”δοκιμάζει” αλλά ”δοκιμάζεται” κι  από αυτούς . Ο ανατριχιαστικός και ατσάλινος μονσινιόρ  Tatosky ( Pablo Torre Nilson) μιλά για κερδοσκοπία νομισμάτων ,αγοραπωλησίες μετοχών με τον ίδιο πραγματισμό με τον οποίο εξηγεί ότι όλα τα ‘’παράσιτα’’ πρέπει να εξαλειφθούν, «ακόμη και στην καλύτερη οικογένεια». Ο άθλιος δικηγόρος Dekerman (Juan Pablo Gerreto) και το ψυχωτικό αφεντικό του, Aníbal Farrell (Ignacio Vila) παίζουν μαζί του πόλεμο νεύρων. Κάθε φορά που  ο Yvan διστάζει να πάρει αποφάσεις  με ρίσκο η σύζυγός του τον επιπλήττει : «Ο πατέρας σου είχε δίκιο. Ο φόβος σε κάνει μέτριο». Στην πραγματικότητα δεν τον θεωρεί μέτριο  ,αλλά πιστεύει  ότι χρειάζεται μια μικρή ώθηση όταν το ”έπαθλο” απαιτεί αυξημένο αμοραλισμό.

Με τη χούντα να κυβερνά τη χώρα, οι πλούσιοι, πίνουν αμέριμνοι ποτά δίπλα στις πισίνες τους . Πιο πολύ και από τη δικτατορία φοβούνται τον υπερπληθωρισμό  που απειλεί να εκμηδενίσει το συσσωρευμένο πλούτο τους. Ο Yvan  απολογείται  για την ανεύθυνη συμπεριφορά του εξαφανισμένου  Keys και προσπαθεί να αναλάβει τη διαχείριση και τη μεταφορά των χρήμάτων τους στη τράπεζα του.  Σε αντίθεση με τον πληθωρικό και εκδηλωτικό Κeys, o Yvan είναι δύσκολο να καθοριστεί. Είναι ένας χαμαιλέοντας που απορροφά και αντανακλά τα γνωρίσματα των συνομιλητών του. Σε συνδυασμό με τον αέρα που δικαιωματικά κουβαλά ως κληρονόμος  οικογενειακής τράπεζας, με δικό του κάστρο στην Ελβετία , κινείται με άνεση στα μεγαλοαστικά σαλόνια . Σε αυτό βοηθά το γεγονός ότι δεν κάνει αδιάκριτες  ερωτήσεις  για την προέλευση του πλούτου ή αρνητικά σχόλια για την πολιτική κατάσταση. Όταν όμως κάποια στιγμή νοιώθει  την απειλή απώλειας πελατών από καλύτερες προσφορές  ή για  κυβερνητικό συμφέρον πρέπει να  προσαρμοστεί, ”εν κινήσει”, για να διατηρήσει την επιχείρηση και τον πλούτο του. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης  θα τον κατευθύνει στην διαδρομή του χρήματος , στον μυστηριώδη ”Lazaro”,   στους άντρες με τα όπλα.

Το σενάριο των Fontana και Mariano Linas ακολουθεί μια επίμονα λοξή προσέγγιση στην ίντριγκα. Σιγοβράζει χωρίς εμφανή αύξηση της έντασης, με τη μαγνητικά άγρυπνη, διπλωματική παράσταση του Fabrizio Rongione να μας καθοδηγεί. Αντί να γεμίζει την ταινία με καταιγιστική δράση, έξυπνες ανατροπές , σέξι χαρακτήρες, ηθικοπλαστικά διαγγέλματα και πολιτική ορθότητα, κάνει το εντελώς αντίθετο :την αποστεώνει ολοκληρωτικά. Υπάρχουν πολλές φαινομενικά αβλαβείς συζητήσεις -για τα ελβετικά σχολεία, τα ωραία ξενοδοχεία, τα οικογενειακά κάστρα, τις παλιές καλές εποχές —  που συντελούν στη διατήρηση μιας επίπλαστης κανονικότητας. Ωστόσο κάτω από την  επιφάνεια κυριαρχεί η διαφθορά, τοξική και επικίνδυνη, με άπληστα αρπακτικά να κρύβονται κάτω από την αστραφτερή σαμπάνια και τους άψογους τρόπους.

Το ‘’Azor’’ είναι μια κωδική λέξη που σημαίνει «να μην λες πολλά» ή «να κρατάς τα χαρτιά σου κλειστά», ένα χαρακτηριστικό που τηρεί η ταινία μέχρι και την τελευταία στιγμή. Ο Fontana εμπνέεται  από την «Καρδιά του σκότους»του Τζόζεφ Κόνραντ στον τρόπο που κτίζει το μυστήριο της προσωπικότητας και της εξαφάνισης του Keys ,αλλά και στο κυριολεκτικό ταξίδι του Yvan  μέσα στη ζούγκλα.   Πόσο βαθιά ,μέσα στην ερεβώδη καρδιά της,  είναι διατεθειμένος να φθάσει ο Yvan για λογαριασμό της τράπεζάς του; Το εκπληκτικό ,μέσα στην απλότητα του, τελικό πλάνο -ενισχυμένο από την απόκοσμη μουσική του Paul Courlet- αποκαλύπτει το ”τέρας” με το θριαμβευτικό  χαμόγελο και το πύρινο βλέμμα που λαμπυρίζει μέσα στο σκοτάδι.