ΣΥΝΟΨΗ

Το 1962 στο Νοβοτσερκάσσκ , τη ναυαρχίδα της σοβιετικής βιομηχανίας, η αύξηση της τιμής των τροφίμων προκαλεί απεργία μεταξύ των εργαζομένων ενός τοπικού εργοστασίου. Η Λιουντμίλα είναι μέλος του Κόμματος και ένθερμη κομμουνίστρια. Για αυτήν, οι απόψεις και οι αποφάσεις του Κόμματος δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση και πρέπει να εφαρμόζονται κατά γράμμα. Όταν η απεργία κλιμακώνεται, η κυβέρνηση διατάσσει τις δυνάμεις ασφαλείας να ανοίξουν πυρ εναντίον των εργαζομένων .Τελικά 26 άνθρωποι σκοτώνονται και  87 τραυματίζονται από ελεύθερους σκοπευτές της KGB .Η Λιουντμίλα γίνεται μάρτυρας αυτής της σφαγής στους δρόμους της πόλης. Μέσα στο γενικό χάος, συνειδητοποιεί ότι η κόρη της  , που ήταν ανάμεσα στους διαδηλωτές, έχει εξαφανιστεί…

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο Andrei Mikhalkov- Konchalovsky σπούδασε στη  διάσημη κινηματογραφική σχολή VGIK όπου έγινε φίλος και συνεργάτης του  Andrei Tarkovsky. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του εγκατέλειψε το όνομα Mikhalkov για να διαφοροποιηθεί από τον μικρότερο αδελφό του  Nikita Mikhalkov , επίσης σκηνοθέτη. Το 1965 έκανε ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο με τον « Πρώτο Δάσκαλο». Ακολούθησαν κι άλλες σημαντικές ταινίες [«Η ευτυχία της Άσσια»(1967), «Σιβηριάδα»(1978)]. Στη συνέχεια μετανάστευσε στις ΗΠΑ όπου δοκίμασε τις δυνάμεις του σε διάφορα είδη:  από το δράμα ( «Οι εραστές της Μαρίας» , 1984) στα b-movies ( «Τάνγκο και Κας » , 1989), μέχρι τις ταινίες δράσης («Το τρένο της μεγάλης φυγής»,1985 ). Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ο Konchalovsky επέστρεψε στην πατρίδα του γυρίζοντας ταινίες για τη σύγχρονη Ρωσία, [«Οι λευκές νύχτες του ταχυδρόμου»(1994), «Παράδεισος» (2002) κ.α.].

Η τελευταία του -μέχρι σήμερα- ταινία του  84χρονου Ρώσου σκηνοθέτη, «Αγαπητοί Σύντροφοι!» ελίσσεται  ανάμεσα σε διαφορετικά είδη: ιστορικό δράμα, πολιτική σάτιρα ακόμη και ψυχροπολεμικό θρίλερ. Αποτελεί ένα μάθημα κινηματογράφου τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και στον τρόπο που το μήνυμα μετατρέπεται σε εικόνες και μεταδίδεται στους θεατές.

Η περιγραφή αυτής της ιστορικά αποδεδειγμένης κρατικής θηριωδίας είναι συνταρακτική. Η κάμερα εστιάζει σε μερικά χαμένα παπούτσια που αντιστέκονται στον καθαρισμό της σφαγής . Το αίμα των αθώων θυμάτων δεν ξεπλένεται από τους δρόμους. «Τοποθετήστε ένα νέο στρώμα ασφάλτου από πάνω!» στριγγλίζει από το τηλέφωνο κάποιος αξιωματούχος. Αμέσως μόλις τελείωσε η καταστολή το γεγονός έπρεπε να διαγραφεί : οι εμπλεκόμενοι υπέγραψαν τη σιωπή τους με ρήτρα θανατικής ποινής ,οι αρχές απομόνωσαν την πόλη και οργάνωσαν ένα μεγάλο χορό για να ξεχαστεί το λουτρό αίματος.

Η σύγχυση των αξιών και το χάσμα μεταξύ ιδανικών και πραγματικότητας κυριαρχούν στην ταινία. Η περίοδος που διαδραματίζεται η δράση είναι μια από αυτές που θεωρούνται σχετικά «φιλελεύθερες» στην ιστορία της ΕΣΣΔ. Είναι η εποχή του Χρουτσόφ ,ο οποίος κατήγγειλε τα εγκλήματα του Στάλιν , αλλά συνέχισε στο εξωτερικό  πολιτική ανταγωνισμού με τη Δύση και καταστολής στο εσωτερικό. Προκειμένου να πετύχουν τα φιλόδοξα οικονομικά του σχέδια, υπέβαλε τον πληθυσμό σε σοβαρές οικονομικές ελλείψεις και κάθε προσπάθεια εξέγερσης καταπνίγηκε, ακόμα και με χρήση βίας

«Την εποχή του Στάλιν, οι τιμές έπεφταν, τώρα ανεβαίνουν», παραπονιούνται  οι πολίτες στην περιοχή του Ντον όπου διαδραματίζεται η δράση της ταινίας. Οι νέοι και οι εργαζόμενοι πιστεύουν αφελώς στον φαινομενικό εκδημοκρατισμό και στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, αλλά όταν τα διεκδικούν και καταφεύγουν σε απεργίες και διαδηλώσεις για να διαμαρτυρηθούν για τα οικονομικά προβλήματα, η απάντηση  είναι σφαίρες και συλλήψεις. Η Λιουντμίλα (την οποία υποδύεται εξαιρετικά η Yuliya Vysotskaya) είναι ακτιβίστρια στην κομματική επιτροπή της πόλης, όχι πολύ σημαντική ως προς το βαθμό, αλλά αρκετά σημαντική ώστε να επωφελείται από την άμεση παροχή από τις αποθήκες τροφίμων, ενώ οι συμπολίτες της στέκονται σε ατελείωτες ουρές. Έχει υποστεί ιδεολογική κατήχηση και νοσταλγεί τον Στάλιν («στην εποχή του ήξερα ποιοι ήταν οι εχθροί»). Όταν η κόρη της  εξαφανίζεται αφού οι διαδηλώσεις καταπνίγονται στο αίμα, η αφοσίωσή της στο κόμμα τίθεται σε δοκιμασία. Ο ανάπηρος και αλκοολικός πατέρας της (Sergei Erlish) κρύβει τη στολή του Κοζάκου και την εικόνα της Παναγίας, συνδέσεις  με ένα παρελθόν που οι αρχές θέλουν ξεχασμένο και θαμμένο. Τα ιδεολογικά διλήμματα και η σύγχυση κυριαρχούν στις σχέσεις των γενεών ακόμη και μέσα στους τοίχους των σπιτιών. Οι ατελέσφορες συναντήσεις της κομματικής γραφειοκρατίας, η διαφθορά και η δειλία των επιτρόπων, η παρέμβαση των ηγετών του «κέντρου» και  ο φόβος της KGB απεικονίζονται με ζοφερή πειστικότητα. Ωστόσο η ανθρωπιά εμφανίζεται εκεί που δεν την περιμένουμε – ανθρώπινες χειρονομίες αλληλεγγύης απλών ανθρώπων, η άρνηση κάποιων αξιωματικών να οπλίσουν τους στρατιώτες τους ενάντια στους εργάτες, το μέλος της KGB που βοηθά τη Λιουντμίλα στις τραγικές στιγμές της.

Η κινηματογράφηση του Andrey Naydenov είναι ψυχρή, αποστασιοποιημένη σχεδόν Μπρεχτική. Οι ευρυγώνιοι φακοί  παραμορφώνουν και καμπυλώνουν τους εσωτερικούς χώρους δημιουργώντας   μια αίσθηση κλειστοφοβίας και πανοπτικής επιτήρησης. Παράλληλα η αναλογία οθόνης  4: 3 ,τυπική των στούντιο της Mosfilm στα χρόνια που διαδραματίζεται η ιστορία, δίνει προτεραιότητα  στα άτομα έναντι των ομάδων.

Η μεγάλη επιστροφή του Andrei Konchalovsky αντηχεί την θέληση αρκετών χωρών να ξαναγράψουν την ιστορία τους και να αποκαλύψουν γεγονότα που έρχονται σε αντίθεση με το «εθνικό τους αφήγημα». Είναι ένα συγκλονιστικό μανιφέστο ενάντια στη συλλογική λήθη. Αν και διηγείται μια τραγική ιστορία, εντούτοις διαρρέεται από μια ανθρωπιστική πνοή με κάποιες φωτεινές ακτίνες ελπίδας μέσα στο πηχτό σκοτάδι . Ακόμη και ο αρχικά άκαμπτος πράκτορας της KGB μοιάζει να εξανθρωπίζεται όταν με τρυφερό βλέμμα ρωτά την Λιουντμίλα «Με εμπιστεύεσαι ;»