Ἔστιν οὖν… Θέατρο

Μεγάλο θέατρο, ευρέως γνωστό.

Αγαπημένο θεατρικό κείμενο ή αγαπημένος συγγραφέας.

Τρανταχτά ονόματα συντελεστών, ηθοποιών, σκηνοθετών και λοιπών παραγόντων.

Και κυρίως καλές κριτικές από τους κριτικούς, αλλά και οι από-στόμα-σε-στόμα, εντυπώσεις του κοινού.

Αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι που παρασύρουν τον εν δυνάμει θεατή να παρακολουθήσει μια παράσταση. Γιατί το ερώτημα, πόσα εισιτήρια έκοψε πραγματικά μια παράσταση και πόσοι θεατές είδαν το έργο έχοντας κερδίσει πρόσκληση, είναι ένα άλλο θέμα προς συζήτηση.

Ανεξαρτήτως εάν ο εκάστοτε θεατής έχει είσοδο δωρεάν για να δει ένα θεατρικό έργο να ζωντανεύει επί σκηνής ή αν έχει πληρώσει το ακριβές αντίτιμο του εισιτηρίου, μειωμένου ή μη, το ζήτημα παραμένει ένα: η αξιολόγηση της θεατρικής δουλειάς, για την οποία εργάστηκαν πολύ όλοι οι εμπλεκόμενοι, οι οποίοι από την πλευρά τους αναμένουν την ανταπόκριση του θεατρόφιλου κοινού και αδιαμφισβήτητα την επιβράβευση των κόπων τους, τόσο ηθικά και ψυχικά, όσο και από οικονομικής πλευράς.

Το ερώτημα που τίθεται όμως κάθε φορά είναι: κατά πόσο αρκούν όλες οι προαναφερόμενες συνθήκες, ώστε να θεωρηθεί «αντικειμενικά» μια παράσταση καθ’ όλα επιτυχημένη;

 Γιατί βλέπουμε μια θεατρική παράσταση;

Το ζητούμενο είναι ή πρέπει να είναι, το να κατορθώσει η θεατρική ομάδα, μέσα από την παρουσίαση του έργου που έχει επιλέξει ν’ ανεβάσει στη σκηνή, να «περάσει» το κείμενο στο θεατή. Το έργο ως ζωντανή πλέον αναπαράσταση ενός κόσμου, ενός σύμπαντος, ανθρωπίνων ή μη σχέσεων, «οφείλει» μέσα από την μεθοδευμένη κατεύθυνση των δημιουργών μιας παράστασης ν’ αγγίζει το θεατή, να τον ψυχαγωγεί ή να τον προβληματίζει, να εγείρει συναισθήματα ή να τον κάνει να (χαμο)γελά.

Αυτή την ευφροσύνη της ψυχής αναζητά ο κόσμος που έρχεται στο θέατρο. Και δεν χωράει αμφιβολία ως προς το ότι οι άνθρωποι που πηγαίνουν θέατρο, το αγαπούν, το στηρίζουν, όπως στηρίζουν και τους συντελεστές είτε γνωρίζοντάς τους μέσα από το θέατρο ήδη, είτε μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είτε από συνεργασίες.

Δυστυχώς όμως αρκετές από τις παραστάσεις που ανεβαίνουν κατά καιρούς, ενώ σαν ιδέα – πρόθεση έχουν ενδιαφέρον, ενώ ο σχεδιασμός τους στοχεύει σε μια νέα σκηνική-θεατρική πρόταση, το αποτέλεσμα δεν έχει θετικό πρόσημο.

Τί μπορεί να φταίει;

Η επανάπαυση

Όταν μια μεγάλη επιτυχία ή συνεχόμενες επιτυχίες βάζουν τρικλοποδιά στην εξέλιξη…

Είναι πλάνη να θεωρούμε ότι η υποκριτική τέχνη ή η σκηνοθετική ματιά έχουν ταβάνι. Και όποιος βαδίζει σε τέτοια μονοπάτια, είναι σαν να σαμποτάρει εαυτόν.

Η ιστορία έχει δείξει, ότι η επανάπαυση στις δάφνες μου παρουσιάζεται πιο έντονα (δεν είναι ο κανόνας), σε ενεργούς καλλιτέχνες που έχουν ήδη κερδίσει μιας μορφής καταξίωση, ή αλλιώς, έχουν κάνει «όνομα» στον καλλιτεχνικό χώρο και βλέπουν ότι, ως ένα βαθμό, έχουν πάντα «το κοινό τους», που τους ακολουθεί, τους θεατές που τους τιμούν με την παρουσία τους.

Ακόμα όμως κι αυτό το πιστό κοινό, που, αν μη τι άλλο, είναι εξασκημένο, έχει δει πολύ θέατρο, έχει οξυμένο κριτήριο σκέψης, ενδέχεται κάποτε ν’ αντιδράσει. Γιατί περιμένει κάθε φορά, αυτή του την πίστη, να την εξαργυρώσει.

Πώς;

Μα φυσικά με την επόμενη καλή παράσταση!

Η επιτυχία μιας θεατρικής παράστασης

Μια παράσταση δεν χρίζεται αυτομάτως ως καλή ή επιτυχημένη, μόνο και μόνο επειδή θεματικά αφορά την επικαιρότητα, ή επειδή τυχαίνει την χρονική εκείνη περίοδο οι συντελεστές της ν’ απασχολούν έντονα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή επειδή το έργο ασχολείται μ’ ένα ιδιαίτερο θέμα, που ενδιαφέρει μια συγκεκριμένη μερίδα κοινού.

Αν η υποκριτική πέφτει συνεχώς στη λούπα μιας μανιέρας – γιατί αλίμονο, δεν γίνεται λόγος εδώ για το χτίσιμο μιας σταθερής Περσόνας, όπως για παράδειγμα ο υπέροχος Σαρλό – ή αν παρατηρείται ακούσια ή εκούσια μίμηση στην εκφορά λόγου, στην πόζα ή στον τρόπο παιξίματος ενός αντίστοιχα αναγνωρίσιμου, ευρέως ή μη, καλλιτέχνη, όλα αυτά τα στοιχεία κάνοντας τον τελικό απολογισμό της παράστασης, προστίθενται στα μείον.

Αν το έργο μέσω της σκηνοθεσίας δεν μεταφέρει τα νοήματά του, αν το έργο δεν έχει να δώσει ερεθίσματα, τροφή, όποιας λογής, στον θεατή ή εξίσου, αν η σκηνοθεσία δεν καταφέρνει να το αναδείξει, δεν καθοδηγεί ανάλογα τους ηθοποιούς, ώστε να φτάσουν τα λόγια στο κοινό, το εγχείρημα μοιραία πέφτει στο κενό.

Ἔστιν οὖν… Θέατρο

Ποιο σκοπό εξυπηρετούν οι δυσνόητες παραστάσεις, που στο όνομα του νεωτερισμού, της πρωτοπορίας, που ακόμη κι αν το κείμενο είναι γνωστό, μας αφήνουν με αναπάντητο το ερώτημα: «τί ήθελε να πει ο ποιητής;».

Σε καμιά περίπτωση δεν αρκεί μόνο να μετράμε στα θετικά μιας παράστασης τα ευφυολογήματα, τη μουσική, τα κοστούμια και τα πλούσια σκηνικά.

Τον παλμό του κοινού τον καταλαβαίνεις εν τέλει στο χειροκρότημα. Πέρα απ’ όποια επιρροή έχει δεχθεί, όση διαφήμιση κι αν έχει υποστεί, πέρα από τις τάσεις και το προσωπικό γούστο του καθενός, στο τέλος θα κρίνει με βάση την γεύση που του άφησε η παράσταση.

Ποιες εικόνες του έμειναν στη μνήμη, ποιες σκηνές ξεχώρισε, ποια λόγια «μίλησαν» στην ψυχή;

Θα την θυμάται, μέρες μετά;

Θα είναι μια παράσταση που θα προτείνει;

Ἔστιν οὖν... Θέατρο