Σπασμένος καθρέφτης

ΣΥΝΟΨΗ
Ο CC Baxter (Jack Lemmon) είναι ένας χαμηλόμισθος υπάλληλος σε μια από τις κορυφαίες ασφαλιστικές εταιρείες της Νέας Υόρκης, αλλά έχει μεγάλες φιλοδοξίες. Για να προωθήσει τις προοπτικές προαγωγής του, δανείζει το διαμέρισμά του στους ανωτέρους του που το χρησιμοποιούν για να διασκεδάσουν με τις ερωμένες τους. Αυτή η ηθικά αμφισβητήσιμη πρακτική λειτουργεί καλά μέχρι να το μάθει το μεγάλο αφεντικό,ο κ. Sheldrake (Fred MacMurray). Όμως αντί να του επιβληθούν κυρώσεις ,ο Sheldrake του προσφέρει μια ανώτερη θέση με αντάλλαγμα την αποκλειστικότητα στο κλειδί του διαμερίσματός του. Ο Baxter συμφωνεί πρόθυμα, μη γνωρίζοντας ότι ο Sheldrake σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το διαμέρισμα για να συνεχίσει την εξωσυζυγική του σχέση με τη Fran Kubelick (Shirley MacLaine), μια κοπέλα που ο ίδιος λατρεύει κρυφά…

ΑΝΑΛΥΣΗ
Η «Γκαρσονιέρα» αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη δημιουργία του κορυφαίου σεναριογράφου και σκηνοθέτη Billy Wilder. Ο Wilder σκέφθηκε την ιδέα της ταινίας ενώ παρακολουθούσε το «Brief Encounter» (1945) του David Lean ∙το έναυσμα ήταν η σκηνή όπου οι δύο παράνομοι εραστές επιχειρούν να συναντηθούν στο διαμέρισμα ενός φίλου.

Το φιλμ παρουσιάζει ένα ζοφερό όραμα της Αμερικανικής κοινωνίας, με την κυριαρχία των καπιταλιστικών και πατριαρχικών ιδεοληψιών . Οι αρχές της αξίας, της προσπάθειας, της επιχειρηματικότητας και ο μύθος του αυτοδημιούργητου ανθρώπου αποδομούνται από τον ηθικολόγο Wilder -που ποτέ δεν ηθικολογεί . O μηχανισμός της επαγγελματικής επιτυχίας βρίσκεται στην αδιαμαρτύρητη αποδοχή κάθε μορφής εκμετάλλευσης ∙ αν ο εργαζόμενος αρνηθεί, η επαγγελματική του παρακμή γίνεται αναπόφευκτη.

Η «Γκαρσονιέρα» διαφέρει από τα δράματα του Wilder της δεκαετίας του 1950(«Sunset Boulevard» , «Ace in the Hole») σε δυο βασικά σημεία .Το φιλμ υπονομεύει την σαφή κατηγοριοποίηση του καθώς αναμιγνύει σε ίσες δόσεις τον κωμικό και τον δραματικό τόνο. Επίσης ο Wilder επιδεικνύει μια γενναιόδωρη και συμπαθητική στάση απέναντι στους χαρακτήρες που βρίσκονται σε ανίσχυρη θέση.

Το σενάριο του θρυλικού διδύμου Wilder – I.A.L. Diamond αξιοποιεί με δεξιοτεχνία τους μηχανισμούς της δραματουργίας, με πυκνή αλλά ρευστή αφήγηση, με υποδειγματική ανάπτυξη χαρακτήρων ,με θεματική σαφήνεια και με λαμπρούς διαλόγους, όπως όταν ο Baxter ζητά από έναν ανώτερό του να έχει φύγει από την ερωτική φωλιά ,στις 8 μ.μ., με τον τελευταίο να του απαντά: «Αυτά τα πράγματα δεν έχουν δρομολόγια όπως τα λεωφορεία! »

Ο Wilder τοποθετεί το ρομαντικό ζευγάρι  στη μέση μιας πλήρως διεφθαρμένης κοινωνίας. Ωστόσο κι οι ίδιοι δεν είναι τέλειοι, ούτε αναμάρτητοι. Ο CC Baxter είναι ο ‘’καθημερινός άνθρωπος’’ με τον οποίο μπορεί εύκολα να ταυτιστεί ο θεατής. Έχει χιούμορ, είναι δειλός και τρυφερός , είναι ο μέσος υπάλληλος που θέλει να πετύχει με κάθε τρόπο. Η σύγκρουση ανάμεσα στην επαγγελματική φιλοδοξία και την προσωπική ζωή , τονίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στο σπίτι του – ένα στενό διαμέρισμα στο οποίο στραγγίζει τα μακαρόνια με μια ρακέτα του τένις – και το χώρο εργασίας του, ένα αχανές καφκικό γραφείο ,με το άτομο πνιγμένο μέσα σε μια άμορφη μάζα. Οι εσωτερικές του αντιφάσεις τον ωθούν  να επαναπροσδιορίσει τους στόχους του. Στην τρίτη πράξη του φιλμ , γινόμαστε μάρτυρες της προοδευτικής μεταλλαγής του σε ένα άνθρωπο με τιμή και ακεραιότητα.

Από τη πλευρά της ,η Fran αντιπροσωπεύει την εύθραυστη και απαλή θηλυκότητα ,αλλά χειραγωγείται  από ένα εξουσιαστικό και κυνικό αρσενικό. Ο Baxter θέλει να είναι ο ‘’buddy boy” του αφεντικού, η Fran ονειρεύεται να γίνει η σύζυγος του αφεντικού, και οι δύο τους είναι σκλάβοι του συστήματος αξιών της εταιρείας. Στην πραγματικότητα δεν έχουν εξαναγκαστεί σε μια μορφή ‘’εκπόρνευσης’’ , οι ίδιοι το επέλεξαν . Δεν είναι παραπλανημένοι αφελείς, αλλά κουρασμένοι ρεαλιστές. Στην τρίτη κορυφή του τριγώνου , βρίσκεται ο Sheldrake , παρακμιακός και φαλλοκρατικός εκπρόσωπος της κλίκας των μεγαλοστελεχών. Η κριτική που του επιφυλάσσει ο Wilder  είναι αδυσώπητη , καθώς μέσω αυτού , επικρίνει και επιτίθεται άμεσα στο ‘’αμερικανικό όνειρο’’.

H «Γκαρσονιέρα» τυπικά είναι μια κωμωδία, με πολλές αστείες στιγμές. Όμως κάτω από την κωμική επικάλυψη, αναδύεται μια βαθιά μελαγχολική αύρα , με τον συνταρακτικό Jack Lemmon να είναι ένας θλιμμένος Λευκός κλόουν. Οι σκηνές της νυχτερινής περιπλάνησης του μέσα στους κρύους , σκοτεινούς δρόμους, χωμένος  στο αδιάβροχό του, περιμένοντας κάτω από τα παράθυρά του πότε οι «ενοικιαστές» θα φύγουν απο το σπίτι του , μας μεταδίδουν την αλλοτρίωση του.

O Wilder , άριστος μαθητής του ‘’Lubitsch Touch’’ , χρησιμοποιεί έξοχα το άρρητο, τον υπαινιγμό και τον φετιχισμό με τα αντικείμενα . Ένας ‘’ καθρέφτης’’, αποκαλύπτει ότι η Fran είναι η ερωμένη του “Μεγάλου Αφεντικού’’∙ χωρίς καμία γραμμή διαλόγου, χωρίς καμία λέξη. Ο Wilder, χρειάζεται απλώς ένα αντικείμενο και ένα βλέμμα για να γεννήσει δραματουργική ένταση και να εκφράσει τον πόνο του Lemmon . Ο καθρέφτης είναι θρυμματισμένος, όσο και ο δύστυχος Baxter.

Η «Γκαρσονιέρα» διερευνά ανελέητα τη φύση της αγάπης, του σεξ και την εκπόρνευση ως μέσο ανέλιξης αλλά και την επακόλουθη απειλή για την ατομικότητα, την ηθική και την αξιοπρέπεια. Αποτελεί ένα από τα κλασικά αριστουργήματα του Αμερικανικού σινεμά : κυνικό, αστείο αλλά και πικρό ,μελαγχολικό πορτρέτο της ερήμωσης και της απόγνωσης του ανθρώπου στις μητροπόλεις. Κωμικό δράμα ή δραματική κωμωδία; Ένα σπάνιο παράδειγμα τέλειας ισορροπίας μεταξύ των 2 συστατικών.