Επιλεγμένο τέλος

 

ΣΥΝΟΨΗ

Ο Ben (Nicolas Cage), αλκοολικός σεναριογράφος, αποφασίζει να μετακομίσει στο Λας Βέγκας,  μετά την απόλυσή του από την εταιρεία παραγωγής για την οποία εργαζόταν. Καίει φωτογραφίες και πράγματα, και φεύγει με την ιδέα να πιει μέχρι θανάτου . Eγκαθίσταται σε ένα μικρό άθλιο ξενοδοχείο κοντά στα μπαρ που δεν κλείνουν ποτέ. Γνωρίζει τη Sera (Elisabeth Shue) μια νεαρή πόρνη, η οποία είναι κάτω από τον έλεγχο ενός κτηνώδους Λετονού μαστροπού (Julian Sands), την οποία και ερωτεύεται. Η Sera θα τον φιλοξενήσει και θα τον βοηθήσει μέχρι τις τελευταίες του στιγμές…

ΑΝΑΛΥΣΗ
O Bρετανός Mike Figgis υπήρξε μουσικός σε ροκ μπάντα και στη πορεία εξελίχθηκε σε ανήσυχο και ρηξικέλευθο κινηματογραφικό σκηνοθέτη («Stormy Monday,1988»,« Internal Affairs, 1990», «Mr. Jones,1993», «The Loss of Sexual Innocence,1999» κ.α. )

Η ταινία του «Αφήνοντας το Λας Βέγκας» δεν θυμίζει σε τίποτα  χολιγουντιανό έργο. Είναι μια στοιχειωτική μικρή ιστορία για δυο κατεστραμμένα άτομα που συναντιούνται, ερωτεύονται και παραμένουν κατεστραμμένα – αλλά τουλάχιστον έχουν για λίγο τη συντροφιά ο ένας του άλλου.

Το σενάριο του ίδιου του Figgis βασίζεται στο σπαρακτικό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του John O’Brien που αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι πριν την ολοκλήρωση του φιλμ. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τη νοσηρή και αμφίδρομη σχέση που υπάρχει μερικές φορές μεταξύ συγγραφέα και έργου, μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Ο συγγραφέας στη ζωή μορφοποιεί τη δυστυχία του και δημιουργεί ένα έργο που την αντιπροσωπεύει. Αλλά στη συνέχεια το ίδιο του το έργο καθοδηγεί τον συγγραφέα ,με αποτέλεσμα τραγικό, ακόμη και ποιητικό, αλλά αναπόφευκτο.

Το φιλμ δεν αφορά μεταφυσικές έννοιες όπως η λύτρωση και η σωτηρία , αφορά απλώς την αγάπη. Η ταινία δεν συμβιβάζεται ποτέ. Δεν υπάρχουν διαλείμματα καλών στιγμών , αλλά μια διαρκής πορεία προς το αναπότρεπτο . To πεισιθάνατο ρομάντζο εμβαθύνει στις σκοτεινές σφαίρες της ανθρώπινης ψυχής , προσμετρώντας τόσο τη δύναμη όσο και την ανικανότητα της αγάπης. Ισορροπεί ανάμεσα στην υπερβατική ομορφιά και τον αφόρητο πόνο ,χωρίς να ηθικολογεί.

Η άνευ όρων αγάπη μεταξύ του Ben και της Sera ανθίζει σε ένα φόντο απόγνωσης, μοναξιάς και αυτοκαταστροφής. Η μόνη παράκληση του Ben στη Sera  είναι να μην προσπαθήσει ποτέ να τον εμποδίσει να πιει. Η Sera λέει, “Καταλάβαμε και οι δύο ότι δεν είχαμε πολύ χρόνο. Τον αποδέχτηκα όπως ήταν και δεν περίμενα να αλλάξει. Με χρειαζόταν. Τον αγαπούσα — τον αγαπούσα πραγματικά. “

Το σενάριο δεν δίνει κάποιο συγκεκριμένο δραματικό ή ψυχαναλυτικό αίτιο για τον εθισμό του ήρωα. Κάπως αόριστα υπονοείται ένα παρελθόν γεμάτο εγκατάλειψη και αυτοκαταστροφή, το οποίο ο Ben συνοψίζει λέγοντας: «Δεν ξέρω αν η γυναίκα μου με άφησε επειδή άρχισα να πίνω ή αν άρχισα να πίνω επειδή με άφησε»

Από τη πλευρά της , η Sera εκπλήσσεται που ο Ben δεν συμπεριφέρεται όπως ο μέσος πελάτης της και καταλήγει να απολαμβάνει την παρέα του, περισσότερο συναισθηματικά παρά σωματικά. Συνηθισμένη στην ψυχρή ανταλλαγή του σεξ με χρήματα, ανακαλύπτει στον Ben κάτι απαραίτητο αλλά ξεχασμένο: τρυφερότητα, στοργή, κατανόηση. Από εκεί και πέρα  αναπτύσσεται μια ταραχώδης αλλά ξεκάθαρη σχέση: αυτή δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τη δουλειά της και αυτός δεν πρόκειται να σταματήσει να πίνει μέχρι να πεθάνει. Υπάρχει ένα  σύμφωνο, αλλά στην πορεία προκύπτει έρωτας, ανεξήγητος , μυστηριώδης  αλλά και ανίκανος να τους σώσει .

Όπως συμβαίνει πάντα σε ένα καλό φιλμ ,η φόρμα βρίσκεται στην υπηρεσία του περιεχομένου. O Figgis διαχειρίζεται το σκληρό θέμα του άλλοτε με αμεσότητα και ωμότητα , άλλοτε με στιλιζάρισμα και λυρισμό. Ο Declan Quinn κινηματογραφεί με ωμή και σπαρακτική απλότητα , με φθηνές κάμερες Super16 . Tο εικαστικό και εκφραστικό ύφος συντίθεται από λερωμένα , σκιώδη, δυσοίωνα χρώματα. Κάθε πλάνο αποτυπώνει την οικειότητα των χαρακτήρων και το παρακμιακό- ηδονιστικό πλαίσιο του Λας Βέγκας, μιας πόλης που αντιπροσωπεύει την λάμψη ,την υπερβολή αλλά και την αδιαφορία για το τι χρειάζονται αυτοί οι δυο άνθρωποι.Το σάουντρακ ισορροπεί ανάμεσα σε μελαγχολικές παραλλαγές της τζαζ και τον Sting να τραγουδάει τα «Angel Eyes» και «My one and only love». Το σύνολο των δομικών στοιχείων δημιουργεί σκηνές φορτισμένες με οδυνηρή ομορφιά, για να διηγηθεί μια ιστορία δύο μοναχικών ψυχών που διασταυρώνονται και μοιράζονται τον λίγο πολύτιμο χρόνο τους.

Ο Figgis ευφυώς αποφεύγει τα φτηνά Χολιγουντιανά στερεότυπα του μισάνθρωπου αλκοολικού και της πόρνης με τη χρυσή καρδιά. Οι έξοχοι Cage και Shue μεταμορφώνουν τους χαρακτήρες σε ανθρώπους με σάρκα και αίμα που  αλλάζουν ρόλους  στην αφηγηματική διαδρομή : εραστές, φίλοι ή μια νοσοκόμα που καταπραΰνει τον ετοιμοθάνατο ασθενή της.

Το «Αφήνοντας το Λας Βέγκας» μιλά για τους απελπισμένους παρίες μιας σκληρής και άρρωστης κοινωνίας. Για την ατομική κόλαση που τους ορίζει. Την ελεύθερη βούληση και τις αντιφάσεις της. Το αιώνιο μυστήριο της αγάπης. Την αποδοχή της ήττας. Ψυχή και σάρκα συγχωνεύονται στο επιλεγμένο τέλος, και ο έρωτας υποκύπτει στο βάρος του θανάτου. Και αν το μυθιστόρημα του John O’Brien είναι το σημείωμα αυτοκτονίας του , το φιλμ του Figgis αποτελεί την επιτάφια λιτανεία του .